ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ.


Γεννήθηκα πολύ μακριά. Δεν γνωρίζω
ακριβώς το πού.Την μητέρα μου και τα αδέρφια μου, ήμουν πολύ μικρός για να τους
θυμάμαι. Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό σαν ανάμνηση είναι ένας μεγάλος
άντρας να δίνει κάτι χαρτιά σε έναν άλλον, τα λεγόμενα «λεφτά» και εκ τότε δεν
τους ξανά είδα, ούτε τη μητέρα μου αλλά ούτε τα αδέρφια μου.

 

Πραγματικά δεν ήθελα να φύγω.
Φοβόμουν πάρα πολύ κι έκλαιγα όσο το δυνατόν ενοχλητικά μπορούσα για να με
γυρίσουν πίσω. Δεν τα κατάφερα όμως όσο κι αν προσπαθούσα.

 

Με πήγαν σε ένα άθλιο μέρος με
βρωμιά οι τοίχοι ήταν μουχλιασμένοι και το ταβάνι έσταζε τις κρύες ψιχάλες της
βροχής. Πεινούσα, πεινούσα πολύ. Μου έδιναν πάρα πολύ λίγη τροφή. Πότε-πότε
έρχονταν άνθρωποι να με δουν. Με βλέπανε, με ξανά-βλέπανε. Φαινότανε ότι
κάποιοι με συμπαθούσανε αλλά κανένας δεν με έπαιρνε μαζί του. Ήθελα τόσο πολύ
να φύγω.

 

 

 

Ξημέρωσε. Ακόμα μια μέρα που
βρίσκομε εδώ, μέσα σε αυτό το βρωμερό κλουβί. Δεν μπορούσα, όχι μόνο να παίξω
αλλά και να κουνηθώ. Είχα την αίσθηση ότι αργά ή γρήγορα ερχόταν το τέλος για
μένα. Έκλαιγα, ειδικά τα βράδια που ήμουν μόνος μου και που φοβόμουν, φοβόμουν
πολύ γιατί δεν ήξερα πού βρισκόμουν, δεν ήξερα τι να κάνω. Αυτή η μέρα όμως, η
καινούρια, που ξημέρωνε ήταν διαφορετική.  Σκέφτηκα πως επιτέλους μου
χαμογέλασε κι εμένα μια φορά η τύχη. Ήρθε ένας άλλος μεγάλος άντρας που έδωσε
ακόμα περισσότερα χαρτιά κι επιτέλους θα άφηνα αυτό το σιχαμένο μπουντρούμι.

 

 

 

Με πήγε σπίτι του. Σκέφτηκα πως κι
εγώ έχω πλέον το δικό μου σπίτι, έχω κάποιους να με αγαπάνε. Ήμουν πολύ
χαρούμενος.

 

Όλη μέρα παίζαμε κι ακόμα κι όταν
έκανα ζαβολιές, οι άλλοι γελούσανε. «Ζω σε έναν υπέροχο κόσμο.» Σκέφτηκα. 
Ήμουν πιο χαρούμενος από ποτέ, ήθελα να μείνω εδώ για πάντα.

 

Επιτέλους είχα όλα αυτά που είχα
στερηθεί, φαγητό, παιχνίδι και το σημαντικότερο, αγάπη. Ανήκα κι εγώ πλέον σε
μία οικογένεια. Το σπίτι που έμενα ήταν μεγάλο και είχα πάντα την άνεσή μου.
Ζούσα μαζί με άλλους 4 ανθρώπους. Εγώ βέβαια τα πήγαινα καλύτερα με τους δύο.
Οι άλλοι με άγριο-κοιτούσαν όταν έκανα ζαβολιές.

 

 

 

Πέρασαν σχεδόν πέντε μήνες. Έχω
μεγαλώσει αρκετά πλέον σωματικά. Άρχισαν να με αφήνουν μόνο μου κάποιες ώρες,
τα πρωινά συνήθως γιατί το μεσημέρι έρχονταν αυτοί που με αγαπούσαν
περισσότερο. Πέρασε κι ένας χρόνος, έπειτα από δώδεκα μήνες στο σπίτι κανένας
πια δεν μου δίνει σημασία. Όποτε πάω κοντά τους, να τους κάνω χαρές για να
παίξουμε αυτοί με διώχνουν. Αρχίζω να νιώθω ότι από τους δύο είμαι
ανεπιθύμητος. Καταλαβαίνω πως μαλώνουν κάποιες φορές για μένα μεταξύ τους. «Τί
θα κάνω;» Σκέφτομαι ...

 

 

 

Και να που ήρθε η χειρότερη στιγμή
για μένα. Αυτή που με αγαπούσε περισσότερο έφυγε από το σπίτι γιατί λένε ότι
παντρεύτηκε και θα μείνει κάπου αλλού. Ο άλλος που με αγαπούσε φεύγει κάπου για
να σπουδάσει. Εγώ όμως δεν ξέρω τί είναι αυτά και μου λείπουν πολύ. Μετά από
τόσο καιρό αρχίζω να φοβάμαι. Έχω να βγω απ' το σπίτι έξι μέρες τώρα. Το μόνο
που έχω είναι το φαγητό και το νερό μου. Δεν παίζω πλέον με κανέναν. Δεν βλέπω
ομοίους μου στο πάρκο. Δεν ξέρω, ακόμα, τι να κάνω για να τους πω ότι τα θέλω
όλα αυτά αφού δεν μου δίνουν σημασία.  Γι' αυτό ακριβώς τον λόγω την
επόμενη ημέρα που ήμουν πάλι μόνος μου μέχρι το απόγευμα, κατέστρεψα ένα χαλί.
Βαριόμουν πολύ και ήθελα να περάσει η ώρα. Δεν ήξερα ότι αυτό ήταν τόσο
σημαντικό. Μπήκαν στο σπίτι και άρχισαν να μου φωνάζουν και να με χτυπάνε.
Πόνεσα πάρα πολύ. Κρύφτηκα σε μια γωνία μέχρι να σταματήσουν. Ήμουν μικρός, δεν
καταλάβαινα γιατί συνέβαιναν όλα αυτά. Πίστευα απλά, ότι αυτό ήταν ένα
παιχνίδι.

 

 

 

Την επόμενη μέρα που έφυγαν πάλι μου
είχαν αφήσει την πόρτα της «τουαλέτας» μου κλειστή και έκανα τσίσα μου στον
καναπέ. Δεν μπορούσα να κρατηθώ όμως άλλο. Αυτοί φταίνε που δεν ήταν εκεί να
μου ανοίξουν την πόρτα. Αυτό σκέφτηκα και τους περίμενα με λαχτάρα να γυρίσουν.
Τους αγαπούσα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, ποτέ δεν είχα σκεφτεί κάτι κακό για
αυτούς, ήταν οι μόνοι που είχα.

 

 

 

Ακούω κλειδιά στην πόρτα. Μπαίνουν
σπίτι και αδιαφορούν για μένα. Πάει η μεγάλη κυρία να κάτσει στον καναπέ και
γίνεται μούσκεμα. Δεν την είχα ξαναδεί έτσι, φοβήθηκα. Φώναζε πολύ δυνατά και με
κοιτούσε με πολύ μίσος. Ήθελα πολύ να της πω πως δεν μπορούσα να κρατηθώ αλλά
δεν μπορούσα. Σκέφτηκα πως ο μεγάλος κύριος θα της το εξηγούσε και δεν θα με
ξανά-χτυπούσε. Δυστυχώς όμως δεν έγινε έτσι, άρχισαν πάλι να με χτυπάνε πολύ
δυνατά φωνάζοντας μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τους αγαπούσα ωστόσο κι αυτούς.
Τότε εκείνος πήρε ένα σχοινί, ονόματι λουρί, στα χέρια. Χάρηκα πάρα πολύ, ήμουν
σίγουρος πως θα άκουγα τη λέξη που αγαπώ και λατρεύω τόσο «ΒΟΛΤΑ» και τότε είπα
χαλάλι το ξύλο, αφού θα βγω έξω δεν έχει σημασία.

 

 

 

Πάλι λάθος έκανα, αντί να βγούμε έξω
με πήγε ψηλά στο σπίτι σε ένα μέρος που το είπε «ταράτσα». Δεν είχε ταβάνι ούτε
τοίχους. Ήταν άδειο το μέρος και με πολύ κρύο. Με έδεσε σε έναν πάσαλο.
Σκέφτηκα ότι θα ήθελε να κάνει κάποια δουλεία και ύστερα θα με έπαιρνε από εδώ.
Κι όμως συνέβη αυτό που δεν ήθελα με τίποτα να φανταστώ. Με άφησε μόνο μου. Για
δεύτερη φορά στη ζωή μου έμεινα τελείως μόνος. Έχασα ξανά την οικογένειά μου.

 

 

 

Πέρασαν μέρες και το μόνο που ήθελα
να ξέρω ήταν τι θα γίνει με εμένα, δεν άντεχα άλλο τέτοια μοναξιά. Σκέφτομαι
πως ακόμα και άλλοι σαν εμένα, που τους λέγανε αδέσποτα, περνούσαν καλύτερα.
Ήταν όλοι μαζί και το κυριότερο είχαν την ελευθερία τους. Σαν να μην έφταναν
όλα αυτά μια νύχτα είχε αρχίσει και έκανε πολύ κρύο. Το χώμα μύριζε υγρασία
προϊδεάζοντας την επερχόμενη καταιγίδα. Η βροχή δεν άργησε να έρθει. Δεν είχα
πουθενά να προφυλαχτώ, ούτε το παραμικρό. Πραγματικά αισθανόμουν πως δεν έχω
τίποτα. Κρύωνα, είχα γίνει μούσκεμα και οι μέρες περνούσανε σαν το νερό της
βροχής που έρεε καθώς λίμναζε στις γωνίες αυτής της κρύας κι άψυχης ταράτσας.
Πέρασαν οκτώ μήνες έτσι.

 

 

 

Η ζωή μου πια εκεί πάνω δεν είχε
κανένα νόημα. Ήρθε πάλι αυτός μεγάλος άντρας. Σκέφτηκα θα ήρθε να μου δώσει
τροφή. Δεν πήγαινε όμως μπουκιά κάτω. Με έλυσε για να καθαρίσει. Τότε, εγώ
άρχισα να τρέχω, να τρέχω με όλη μου την δύναμη για να φύγω. Έτρεξα από την
πόρτα, διέσχισα τη σκάλα και σπρώχνοντας την πόρτα του μπαλκονιού που
επικοινωνούσε με τον κήπο, βγήκα έξω. Η αίσθηση του χορταριού στα πόδια μου,
μου θύμιζε τους δύο αυτούς ανθρώπους που με αγαπούσαν περισσότερο, όταν με
έβγαζαν βόλτα. Το χορτάρι γαργάλαγε ευχάριστα τις πατούσες μου και ήταν σαν
όλος ο κόσμος να μου χαμογελάει καθώς απλωνόταν μπροστά μου. Ήταν το όνειρό μου
πια να έβγαινα  έξω ελεύθερος και να έχω μαζί μου την οικογένειά μου,
αυτούς που θέλουν να είμαι χαρούμενος. Αυτό θα μου έδινε αφάνταστη ικανοποίηση
και όρεξη για ζωή.

 

 

 

Είχα γνωρίσει κάτι άλλους σαν κι
εμένα στο πάρκο όταν με έβγαζε βόλτα το κορίτσι που μ' αγαπούσε. Όταν πήγα και
τους βρήκα δεν έχασα καιρό κι άρχισα να τρέχω και να παίζω μαζί τους. Σκέφτηκα
πως δεν ήταν τόσο καλά όσο παλιά, αλλά σίγουρα πολύ καλύτερα απ' τον τελευταίο
χρόνο. Έτσι έμεινα κοντά τους.

 

Στεναχωρήθηκα που κανένας δεν έψαξε
να με βρει, είχα τουλάχιστον όμως τους φίλους μου. Αυτοί πήγαιναν και έπαιρναν
φαγητό από σημεία που ήξεραν και διάλεγαν. Εγώ όμως άπειρος καθώς ήμουν, δεν
ήξερα πώς να το κάνω αυτό κι έτσι κάποιες φορές έμενα νηστικός.

 

 

 

Ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά,
έκανε πολύ κρύο και το χειρότερο, κάθε μέρα πέθαιναν 2-3 φίλοι μου από το
φαγητό τους. Αναρωτιόμουν το λόγω που γινόταν αυτό. Δεν είχα φανταστεί ποτέ πως
κάποιοι είχαν τόσο μίσος για εμάς και μας πετούσαν να φάμε επικίνδυνα πράγματα
όπως γυαλιά και φάρμακα.

 

 

 

Ξημέρωσε  η καλύτερη μέρα για
μένα. Επιτέλους με έψαχναν αυτά τα δύο αγαπημένα μου πρόσωπα που με αγαπούσαν
και τους αγαπούσα όσο τίποτε άλλο. Τους άκουγα να με φωνάζουν με το όνομά μου.
Από την χαρά μου δεν ήξερα τι να κάνω, άρχισα να τρέχω προς το μέρος τους, απ'
όπου ακουγόταν οι φωνή τους.

 

Και να, τους βλέπω. Ήρθαν να με
πάρουν και να ξανά-πάμε σπίτι μας. Έτρεχα προς το μέρος τους με όση δύναμή
μπορούσα, μέχρι την στιγμή που ήρθε πάνω μου ένα σιδερένιο πράγμα από αυτά που
έτρεχαν στο δρόμο καθώς διέσχιζα έναν. Δεν πόνεσα πολύ, αλήθεια. Ήμουν
χαρούμενος, δεν τους έβλεπα πια, παντού σκοτάδι. Τους αναγνώρισα από την
μυρωδιά τους δίπλα μου. Τους έγλειψα για να τους δείξω πόσο τους αγαπάω. Το
μόνο που θα ήθελα να τους ρωτήσω είναι «Γιατί, γιατί με αφήσατε;» μόνο αυτό.

                        

Και μετά κοιμήθηκα.